Η Φωτό Μου
Air
Θεσσαλονίκη, Greece
Δεν υπάρχουν κανόνες . Όλοι οι άνθρωποι είναι εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που δεν υπάρχει"
Προβολή πλήρους προφίλ

Τετάρτη, 04 Νοεμβρίου 2009

The Genius Of The Crowd


There is enough treachery, hatred violence absurdity in the average
human being to supply any given army on any given day
and the best at murder are those who preach against it
and the best at hate are those who preach love
and the best at war finally are those who preach peace
those who preach god, need god
those who preach peace do not have peace
those who preach peace do not have love
beware the preachers
beware the knowers
beware those who are always reading books
beware those who either detest poverty
or are proud of itbeware those quick to praise
for they need praise in return
beware those who are quick to censor
they are afraid of what they do not know
beware those who seek constant crowds forthey are nothing alone
beware the average man the average woman
beware their love, their love is average
seeks average
but there is genius in their hatred
there is enough genius in their hatred to kill youto kill anybody
not wanting solitude
not understanding solitudethey will attempt to destroy anything
that differs from their own
not being able to create art
they will not understand art
they will consider their failure as creators
only as a failure of the worldnot being able to love fully
they will believe your love incomplete
and then they will hate youand their hatred will be perfect
like a shining diamond
like a knife
like a mountain
like a tiger
like hemlock
their finest art


Charles Bukowski

από τη συλλογή The Roominghouse Madrigals, p.31

Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2009

ΨΗΦΙΔΑ


Απόψε ο κήπος δεν έχει βάθος

κάθε σημείο του είναι ένα χρώμα,

κι όλα μαζί τα σημεία

συνθέτουν μια κουρτίνα βαρύτιμη,

κεντημένη με πέτρες,

που τα μάτια ναρκώνει και κανείς δεν μπορεί να τη σύρει.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

ΦΡΙΝΤΑ-ΦΡΙΝΤΑ

(The love embrace of Universe, the Earth, 1949








Το γαλάζιο σπίτι













Δυο Φρίντες




Δυο Γυμνές












Αυτοκτονία Της Ντόροθυ Χέηλ




Εδώ Κρεμώ Τα Ρούχα Μου



Εύα Φρέντερικ





Φρίντα & Ντιέγκο




'Ανθος Ζωής


(Henry Ford Hospital)



Φρίντα & Νοσοκόμα

Πληγωμένο Ελάφι

(Roots, 1943)





Φρίντα Με Μαϊμούδες 1943



Φρίντα 1926






Φρίντα Με Σκυλάκι




Φρίντα Με Κούκλο

Φρίντα 1940













Φρίντα 1947











Σπασμένη κούκλα















(Self Portrait Between the Borderline of Mexico and the United States, 1932)

















Φρίντα 1947
Για τη Φρίντα Κάλο δε χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Ακόμα κι αν η ζωγραφική δεν είναι το φόρτε σας ίσως έχετε θαυμάσει τις γεμάτες χρώμα αυτοπροσωπογραφίες της. Γεννημενη στο Κογισακάν του Μεξικού, η Φρίντα υποστήριζε ότι είχε γεννηθεί το 1910,Πρόκειται για μια απο τις πολλές ανακρίβειες με τις οποίες η Φρίντα περιέγραφε την ζωή της,οικοδομώντας με μαεστρία τον προσωπικό της μύθο,γεγονός που την οδήγησε να χαρίσει στον εαυτό της προσωνύμια '' Lagran ogultadora" (η μεγάλη αποκρυφίστρια) αλλά και " η μεγάλη κρυψίνους ".Η ύπαρξη του μύθου ασφαλώς δεν μειώνει την αξία του καλλιτεχνικού της επιτεύματος,αν και η φήμη της δεν οφείλεται αποκλειστικά στη συνεισφορά της στη ζωγραφική. Γνώρισε τον σωματικά πόνο από πολύ νωρίς. Στα έξι της χρόνια προσβλήθηκε από πολιομυελίτιδα, η οποία της άφησε το ένα πόδι ατροφικό. Το Σεπτέμβριο του 1925 ένα τρομακτικό αυτοκινητιστικό ατύχημα άλλαξε για πάντα τη ζωή της Φρίντα Κάλο.Όμως η πραγματική θλίψη της Φρίντα προερχόταν από την αναγκαστική απομόνωση και τη μοναξιά που προκαλούσε η σωματική της κατάσταση.Η Φρίντα Κάλο ήταν μια γυναίκα με δυνατή προσωπικότητα,δεν παραιτήθηκε ακόμα μπροστά στον σωματικό και ψυχικό πόνο και μετέφρασε όλες τις εμπειρίες της ζωής της σε τέχνη. Ανήσυχη και πολύπλευρη προσωπικότητα έζησε μια ζωή διχασμένη, ζωγραφίζοντας τις αντιφάσεις του κόσμου πλάι-πλάι.Ένα πλάσμα παιχνιδιάρικο και προβοκατόρικο, αλλά επίσης παθιασμένο,υπερβολικό, αμφισεξουαλικό, προικισμένο με μια τεράστια αίσθηση του χιούμορ..Εν ολίγης μια αξιολάτρευτη παρέα και συνομιλήτρια.Ή, μάλλον,πολλές συνομιλήτριες.Το θέμα της διπλής οντότητας του ατόμου είναι εξαιρετικά παρόν στη ζωή και στο έργο της. Αναδιπλασιάζεται,βγαίνει ''έξω απο τον εαυτό της" διχάζεται σε σώμα και ψυχή. Αναρωτιέται πως γίνεται να συνυπάρχει σε μια μικρή επιφάνεια ο απόλυτος πόνος με την ανεξάντλητη χαρά της ζωής. Γιατί για τη Φρίντα η ζωή υπήρξε πάντα ένα φεγγάρι με δυο πρόσωπα κι ένα νόμισμα με δύο όψεις: ο πόνος κι η χαρά, η θλίψη κι η ευτυχία, το σκοτάδι και το φως στην απόλυτη συνύπαρξη. Δεν παραιτήθηκε, ούτε παραδόθηκε απόλυτα στο ένα ή στο άλλο. . Η πρώτη, η χαρούμενη Φρίντα, το κορίτσι. Η άλλη η διαννοούμενη ώριμη γυναίκα, που είχε ολόκληρο τον κόσμο των τεχνών στα πόδια της. Κι ανάμεσά τους όλοι οι άνθρωποι και οι ιδέες που διαμόρφωσαν το πολύχρωμο ψηφιδωτό που ονομάζεται Φρίντα Κάλο.
Το αγαπημένο πλάσμα αλλά και το πληγωμένο, από την αδυναμία να αγαπηθεί, το συνειδητό και το ασυνείδητο. Η Φρίντα ως το παράδοξο πεδίο της συνάντησης δύο κόσμων που αλληλοκοιτάζονται.
Η δυικότητα υπάρχει μέσα σε όλους μας.
Η αναζήτηση του άλλου, μιας συμπληρωματικής ύπαρξης. Του άντρα ή της γυναίκας που δεν μπορούμε να είμαστε.Παρ' όλη την απομόνωση της ωστόσο η Φρίντα είχε έμφυτη μια δυνατότητα επιβολής στους αλλους στην οποία διχως άλλο συνέβαλλε η ασυνήθιστη, αυστηρή ομορφιά της που σιγα- σιγά άρχιζε να γίνεται εμφανης. Η Φρίντα με ανδρικό κοστούμι. Τυποποιημένο, μετρημένο ρούχο, για να ψευτοκαλύψει την έσω φλόγα που υπερχειλίζει.Ένα γυναικείο σκηνοθετικό βλέμμα που κατάφερε να κάνει τα γυμνά σώματα μη ερωτικά, και εξαίσια ερωτικό έναν χορό δυο ντυμένων γυναικών. Που έφερε πιο κοντά στην αφή το βάρος ενός στήθους πάνω στον καμβά, από το πραγματικό βυζί του μοντέλου δυο μέτρα πιο πέρα. Η συναισθηματική της ζωή, ήταν μία διαρκής ταλαιπωρία . Τα φλερτ της ήταν πολλά και περιείχαν έντονο το στοιχείο του ερωτισμού , αλλά και της εκκεντρικότητας ή των περίεργων συνηθειών . Αλλά τα φλερτ που θα ήθελε να της προσφέρουν τρυφερότητα, γίνονται περισσότερο μία σαρκική ένωση χωρίς συναίσθημα


Ντέγκο και Φρίντα

Στην διάρκεια της παραμονής της στο κρεβάτι συνδέθηκε με τον μεγάλο έρωτα της ζωής της, τον φημισμένο ζωγράφο Ντιέγκο Ντε Ριβέρα.
Ο Ριβέρα γοητεύτηκε απο την Φριντα και δεν το έκρυψε.φλερτάροντας την κοροιδεύει: " εχεις κεφαλι σκυλου" της λεει. Αλλα εκεινη δεν υποχωρει "και συ κεφάλι βατράχου" του απαντά. Ερωτευθηκαν. Οταν τελικα η Φριντα προκάλεσε τον Ντιάγκο στο σπίτι της για να δει τους πίνακές της, και τίποτα δεν τον ειχε προετοιμάσει γι' αυτο που θα αντίκριζε. Ειχε ηδη γνωρισει αρκετες γυναίκες ζωγράφους και σίγουρα κάποιες απο αυτες ηταν καλές, αλλα η ζωγραφική αυτής της παράξενης, κοπελας ήταν κατι πρωτόγνωρο. Mια παράξενη ερωτική ιστορία που οικοδομείται και εκφράζεται μέσα από τη ζωγραφική, καθώς ο Nτιέγκο και η Φρίντα δημιουργούν ένα έργο τελείως ανόμοιο και ταυτόχρονα συμπληρωματικό. Η σχέση της με τον Ριβέρα ήταν αν μη τι άλλο πολυτάραχη και η αγάπη της για αυτόν ήταν το κέντρο του κόσμου, όπως ακριβώς αναφέρει και στον συγκεκριμένο πίνακα (The love embrace of Universe, the Earth, 1949)Η ένωση με τον Ντιέγκο Ριβέρτα ήταν τουλάχιστον τρυκιμιώδης. Αλλά, ακόμη κι ο γάμος της ήταν περιπετειώδης. Ο Ριβέρα,,δεν ήταν ποτέ πιστός, παρά την αγάπη που της είχε. Ανάμεσα σε απιστίες, μοιχείες, διαρκή σκαμπανεβάσματα της υγείας, η Φρίντα αντέδρασε με ερωτικές σχέσεις με άντρες και με γυναίκες, αλλά και μία καλλιτεχνική έκφραση ζωηρή και σουρεαλιστική. Το 1939 χώρισε από τον Ριβέρα και αποσύρθηκε στο Μεξικό, στο "Γαλάζιο Σπίτι". Εκεί ζωγράφισε τον πίνακα "Οι δύο Φρίντες", στον οποίο απεικονίζει το δίλημμά της για τον χωρισμό της. Σε όλη τη διάρκεια του 1930 διατηρούσε εξωσυζυγική σχέση με τον Nickola Muray , τον οποίο είχε γνωρίσει μαζί με τον Ριβέρα στη Νέα Υόρκη. Σύντομα μετά το διαζύγιο, το 1940 χώρισε με τον Muray και ξαναπαντρεύτηκε με τον Ριβέρα
Τα έργα της χαρακτηρίζονται από έντονα χρώματα, δυνατές γραμμές, συμβολικές παραστάσεις, έκδηλο πόνο και ταλαιπωρίες, το γυναικείο στοιχείο και η μεξικανική λαϊκή παράδοση (ρούχα, συνήθειες του λαού).H τέχνη και η επανάσταση είναι τα μόνα κοινά σημεία αυτών των δύο πλασμάτων που εξερεύνησαν όλες τις μορφές του παράλογου. Συγκροτούν λοιπόν ένα ζευγάρι άφθαρτο, μυθικό, τόσο τέλειο και αντιφατικό όσο και αυθεντικό.Ο Ντιέγκο Ριβέρα, ο σημαντικότερος μέντοράς της αλλά και ο άνθρωπος τον οποίο, παρ' ότι παντρεύτηκε, δεν θεώρησε ποτέ σύζυγο.

«Τότε δεν το ήξερα ακόμη, αλλά η συνάντηση με τη Φρίντα ήταν τελικά το πιο σημαντικό γεγονός στην ως τότε ζωή μου,» εξομολογείται ο Ντιέγκο σχετικά με τη μοιραία επίσκεψη.

Για τη Φρίντα, η ενθάρρυνση του Ντιέγκο έπαιξε μεγάλο ρόλο στην καλλιτεχνική της ωρίμανση. Πολύ αργότερα, όμως, μετά από μία άσχημη τροπή που πήρε η σχέση τους, η Φρίντα είδε το παρελθόν τους μέσα από μια τελείως διαφορετική οπτική λέγοντας, «Στη ζωή μου είχα δύο πολύ σοβαρά ατυχήματα. Το ένα ήταν όταν κάποιο όχημα πέρασε από πάνω μου. Το άλλο ήταν ο Ντιέγκο.»
Παντρεύτηκαν τον Αύγουστο του 1929 στην Κογιακάν και, παρά τις ερωτικές περιπέτειες στις οποίες και οι δύο ενέδιδαν αλλά και τον χωρισμό τους, ξαναπαντρεύτηκαν και έμειναν μαζί ως το τέλος. Κατά την διάρκεια της ζωής της η Φρίντα ήταν κυρίως γνωστή ως γυναίκα του Ριβέρα και όχι ως ξεχωριστή καλλιτέχνης.
Από την μακροχρόνια, αλλά ταραγμένη, σχέση με τον μέντορα και σύζυγό της, Ντιέγκο Ριβέρα, την παράνομη και αμφιλεγόμενη σχέση της με τον Λέον Τρότσκυ έως τους προκλητικούς, για την εποχή, ερωτικούς δεσμούς με άλλες γυναίκες, η Μεξικάνα Φρίντα Κάλο έζησε μια δύσκολη και ασυμβίβαστη ζωή ως άτομο με έντονη πολιτική συνείδηση ως ζωγράφος που σημάδεψε το χώρο της, αλλά και ως γυναίκα που κράτησε μια προκλητική στάση στην ερωτική της ζωή!

Χθές ξαναείδα την ταινία...(εξού και το αφιέρωμα) και ήταν σαν να καθόμασταν σ΄ένα τραπέζι αντικριστά,εγώ στη θέση της Φρίντας,κι εκείνη μια γριά να μου τραγουδά ένα Φάντος,κοιτώντας με στα μάτια...Κάποιοι άνθρωποι σε κοιτούν,και είναι σαν να διαβάζουν την ψυχή σου.Ή να διηγούνται την δική τους.
Κάποιοι άνθρωποι μεγαλώνουν όμορφα.Γερνούν με γλυκύτητα.Και οι ρυτίδες τους,οι ουλές απο τα παλιά τραύματα στο σώμα τους,ανθίζουν σαν νεκρές φύσεις πάνω στο δέρμα.Έχω την αίσθηση...ότι είναι μια αίσθηση που δεν μπορεί να αποκτήσει κανένα πλάσμα με νου οργισμένο,και σώμα με άψογη επιδερμίδα.To πάθος και η λαχτάρα κρύβουν φόβο.Τον φόβο μήπως η πίστη στους ανθρώπους κάποτε σβήσει.Μήπως η πίστη σε κάποια διηνεκή δύναμη της ζωής υποκαθιστά την έλλειψη πίστης στον εφήμερο εαυτό σου.
Απόγευμα φθινοπώρου κα η βροχή μαλακώνει ψυχή και νου.
Μακριά απο τις φωτιές της ψυχής που έκαψαν την Φρίντα,ο άνθρωπος γίνεται κάποτε γέρος και άσχημος, αλλά μπορεί πια να ομορφαίνει ο κόσμος
γύρω του...






















































Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2009

ΛΕΥΚΟ ΜΑΥΡΟ

ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ
ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΚΑΝΟΝΑ...

Δευτέρα, 07 Σεπτεμβρίου 2009

PINA BAUSCH







Ή πραγματικότητα μεταμορφωμένη σε μια θεία εικόνα, σε ένα υπέροχο πρόσωπο, σε μια σιγανή φωνή γεμάτη νόημα. Ηθελα πάντα να τη δω έστω και για λίγο από κοντά......να καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο ... Πόσο ψηλή θα ήταν; Μου άρεσαν τόσο πολύ όλα τα έργα της που είχα δει ως τώρα. Τα έβρισκα τόσο ιδιοφυή. Ισως το έργο ενός καλλιτέχνη να είναι ο καθρέφτης του. Ισως όμως και να μην είναι έτσι. Στην περίπτωση ο καλλιτέχνης και το έργο ταυτίζονται. Μια εκκωφαντική σιωπή γεμίζει κάθε φράση της. Η Πίνα Μπάους είναι μια μοναδική περίπτωση που για 30 χρόνια διεκδικεί και κατέχει μια θέση _ ίσως την πρώτη _ στον χώρο της πρωτοπορίας στην τέχνη. . Σκέφτομαι καθώς τη βλέπω να ποζάρει ότι αυτό είναι πρωτοπορία στην τέχνη: ότι μπορεί δηλαδή να ισορροπεί σε μία γωνία!











Ό κανόνας είναι η ανατροπή και η εξαίρεση...

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

Τριβο-παίγνιον


Μεταξένιο φόρεμα, πράσινο. Το βαθύ εκείνο πράσινο που είχαν τα νερά των ματιών της στην κοίτη της ίριδας. Έπαιξαν μια δεξιά, μια αριστερά. Tα μάτια της έψαχναν απελπισμένα. Σήκωσε το φόρεμα. Το χέρι της το δεξί έτρεμε. Το έφερε κάτω. Με τα δυό μακριά δάχτυλα άνοιξε τα χείλη στη γωνία που είχαν τα πόδια: διάπλατα. Κάθησε στη ράχη. Βρήκε σπόνδυλο.

Ο σπόνδυλος προεξείχε στη ράχη του άψυχου κτήνους. Μια τίγρης -ρωμαλέα κάποτε- της Αφρικής. Την είχε φέρει λάφυρο ο αυτοκράτορας. Ταριχευμένη τέλεια. Το τρίχωμά της απαλό, το σώμα της ακέριο σε στάση επιθετική, με σηκωμένη ράχη. Κάθε που την καλούσε ο αυτοκράτορας, αφού πρώτα άνοιγε διάπλατα πόδια και χείλη, ακουμπούσε στη ζωώδη ράχη.
Έτσι και τώρα.
Με το κτήνος -άπνουν μα στιβαρό- ανάμεσα στα πόδια. Με το σπόνδυλο ανάμεσα στα χείλη. Πάνω από τη μέση, το κορμί της ακίνητο. Η λεκάνη μόνον χάιδευε αργά το λείψανο της τίγρεως. Άφηνε την κλειτορίδα της να ταλαντεύεται ανάμεσα στα μεσοσπονδύλια χάσματα, κι έπειτα, ανάσαινε κοφτά, πίεζε, άσθμαινε, ίππευε -γύριζε στον αέρα το δωμάτιο- χόρευε πάνω στο κτήνος -συγκεντρωνόταν το αίμα της όλο μες στα μάτια ορθάνοιχτα- έπνιγε τη φωνή της…. ΟΧΙ
Όχι δεν πρέπει, μα… Γαντζωνόταν από το κεφάλι του τέρατος, σπασμοί της μέσης ακαριαίοι, η φωνή πνιγόταν στα ρουθούνια, «Δεσποινίς!»…

Δεσποινίς, παρακαλώ, συντομεύετε. Ο Μεγαλειότατος σας περιμένει.

Γκρεμίστηκε στο πάτωμα. Έκανε να σηκωθεί. Τα νεύρα της στα γόνατα ένα κουβάρι. Έπεσε ξανά. Έβαλε ψυχή, βαθιά εκπνοή, κρατήθηκε όρθια, έφτιαξε με μια κίνηση το φόρεμα -δεύτερη κίνηση, έφερε πάνω τα μαλλιά. Ανάσα. Έπιασε πόμολο.

Πάμε.

Οι φθόγγοι στριμώχνονταν μέχρι ν’ αναλυθούν σε λέξη. Μια παχιά σταγόνα ιδρώτα πήρε να κατηφορίζει απ’ τον αυχένα, τράπηκε στο πλάι του λαιμού, χάθηκε στο λευκό της στήθος, εκεί που έσμιγε με το πράσινο μετάξι.
Ο διάδρομος μακρύς. Ευτυχώς στενός. Της έδιναν οι τοίχοι ρότα. «Μαρτύριο», σκέφτηκε, «αλλά χωρίς την προπαρασκευή της οσφυολαγνείας, θα ‘δινα σβέρκο στη λαιμητόμο».

Σας περίμενα, ωραιοτάτη.

Κατά πρόσωπο, ο Άναξ. Δεν μπόρεσε να υποκλιθεί. Στα κύτταρα της όλα, το μούδιασμα της ιμεροπληξίας. Την έπιασε απ’ τη μέση και την τσάκισε. Φιλί δόντια με δόντια - αφέθηκε. Δόντια στο λαιμό -έσκυψε (ο αυτοκράτωρ ήτανε βραχύσωμος). Έχωσε τη στραβή του μύτη στο στήθος.

Ελάτε.

Την έσυρε μέχρι την πολυθρόνα. Κατέβασε το παντελόνι, κάθησε. Και τότε κατάλαβε… Στα γεύματα των ανακτόρων, έδεσμα διαλεχτό, τα άγουρα σπαράγγια. Λευκά, μισά απ’ το μικρό το δάχτυλο. Πικρά, σκληρά. Μα ο αυτοκράτωρ μόνο με δαύτα ερχότανε στην όρεξη.
Βάλθηκαν οι γεωργοί ολάκερης της Αυτοκρατορίας να ξεριζώνουν τα σπαράγγια πριν την ώρα τους. Τα φόρτωναν ευθύς για το παλάτι και «Vive l’ Empereur». «Τα γούστα της Μεγαλειότητάς του, ειν’ η πιο καρπερή σοδειά μας».
Τώρα κατάλαβε. Στεκόταν γονυπετής. Κατάματα, το αυτοκρατορικό πέος. Της ήρθε στο στόμα στυφή η γεύση απ’ άγουρο σπαράγγι. Ίδια με το σπαρτό τ’ απαίσιο, έμοιαζε το πέος το αυτοκρατορικό. Στεγνό, λευκό, άγουρο. Μισό από το μικρό το δάχτυλο.

Μα, δεν έπρεπε να δείξει ολιγωρία.

Το φαντάστηκε κουφέτο κι άρχισε να το γλωττίζει επίμονα. Δεν ήταν δύσκολο να πάρει μπρος η φαντασία. Την είχε προθερμάνει με το ταριχευμένο κτήνος. Έπληττε με τη γλώσσα το ασθενικό κουφέτο. Δεν έπρεπε να δείξει ολιγωρία. Η Αυλή βοούσε ότι ο αυτοκράτορας στέλνει τις απρόθυμες στη λαιμητόμο.
Δώσ’ του και το ύψωνε με την άκρη της γλώσσας το σπαράγγι… ΟΧΙ, κουφέτο θα το λες. Μα, δες το: σπαράγγι απ’ τον χιονιά καμένο. ΟΧΙ, κουφέτο! Κι αν δεν μπορείς να το μασήσεις σαν κουφέτο, σκέψου της τίγρεως την ράχη.

Τα αυτοκρατορικά χέρια την απέσπασαν από τη σπαραγγοειδή απόφυση. Φοβήθηκε ότι έδειξε ολιγωρία.
Το αυτοκρατορικό σώμα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνη –ασκημένη- από πάνω του. Μα, το σπαράγγι δεν έδινε αίσθηση. Υπήρχε σχεδόν εξαερωμένο. Αλλά, για βάλε με το νου σου, να ‘ταν τώρα όπως και πριν, να φιλούσαν τα χείλη της τους σπονδύλους της τίγρεως, ναι… Ναι, το δωμάτιο γύριζε πάλι στον αέρα, το αίμα κόχλαζε στις φλέβες των ματιών, ναι, ρεύμα θερμό πλημμύρισε τα νεύρα, ναι, ναι, ναι…

Ναι, δεν είχε δείξει ολιγωρία.

Ο αυτοκράτωρ την πέταξε από πάνω του. Η μεγαλειότητά του δεν τελείωνε ποτέ. Μόνο δυό – τρεις σταγόνες λευκές ύγραιναν που και που την κορυφή του σπαραγγιού.

Ο αυτοκράτωρ ήταν σπουδαίος άνδρας. Μέσα του άφριζε ποτάμι σαν τον Βόλγα. Δεν είχε όμως βρει τις εκβολές του. Λίμναζε, κι ας ήτανε το «μέσα» του ποτάμι.

«Σας αγαπώ», της είπε.
«Από αύριο, να ξέρετε, κινώ να κατακτήσω τη Ρωσία. Κινώ να την πατήσω ως το Βόλγα».
( Ανδρέας Σπερχής.)
Ίstros

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

Ας Περπατήσω...


Στην ομορφιά ας περπατήσω...

Ολημερίς ας περπατήσω...

Διαμέσου των εναλλασσόμενων εποχών ας περπατήσω,,,

Όμορφα θα αποκτήσω ξανά...

Στο σημαδεμένο με γύρη μονοπάτι ας περπατήσω...

Με ακρίδες γύρω από τα πόδια μου ας περπατήσω...


Περπατούν με σεβασμό στη γή...

Αθόρυβα,απαλά,γρήγορα...

Ξέρουν το βλέμα της νύχτας ,ακούν τούς ήχους της νύχτας,νιώθουν τους ανέμους ...

Ξέρουν το υπερήφανο πνεύμα των βράχων,το θηλυκό τού νερού το απόκοσμο του φεγγαριού....

Δεν παίζουν με τις λέξεις λένε τη αλήθεια. Ποιός τους πιστεύει...

Δέξου το χρώμα όπως σου δίνεται,

μάθε πώς σου δίνεται το καθένα,

μερικά φυτά βάφουν, άλλα παίρνουν δύναμη από αλλού,

από τη στάχτη του δέντρου, τα πετρώματα της γης,

δώσε δύναμη σε αδύναμα...

και τα χρώματα θα γίνουν καλά!

Θα έρθει το κόκκινο της δύσης, το κίτρινο της ζεστής άμμου...

θα έρθει το πράσινο,η ζωή του φυτού...

θα έρθει το μαύρο από τα σύννεφα που φέρνουν τη βροχή,θα έρθει...

'Ολα τα χρώματα θα έρθουν...

Τα χρώματα που θα έρθουν είναι πολλά, κανένα δεν είναι το ίδιο με το άλλο

κι όσα καινούρια έρθουν,θα είναι καλά... (ΝΑΒΑΧΟ)


Εκεί που διασταυρώνονται τα βουνά...

Στην κορυφή του βουνού, ούτε ξέρω που...

Περιπλανήθηκα...

Ας περπατήσω εκεί, μακριά στα μυστικά των βράχων...



video

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ


...Και η φωνή τους, σαν των παλιών Σειρήνων,ξεχύνεται μέσα απο τα αυλάκια των παλιών δίσκων και μας κρατάει μαγεμένους. Νοσταλγικές φωνές,σαν ένα κάλεσμα στον κόσμο τους,που είναι ένα είδος σύγχρονου μύθου ή θρύλου στον μοντέρνο κόσμο.Οι άνθρωποι προσπαθούν να διασώσουν την ανάμνησή τους στην καθημερινή ζωή,να καταλάβουν τη συμπεριφορά τους,τον τρόπο τους να βλέπουν την ζωή προσπαθώντας να αφομοιώσουν τον κόσμο τους....


Η Ρόζα Η Ναζιάρα


ΣΚΕΝΑΖΥ ΣΑΡΑ


Ρόζα Εσκενάζυ. Η ωραιότερη φωνή που έβγαλε το ρεμπέτικο τραγούδι. Η εβραιοπούλα που ξεσήκωνε τους σεβνταλήδες θαμώνες με τα σκέρτσα και τα καμώματά της , γιατί , εκτός από έξοχη τραγουδίστρια, ήταν και θαυμάσια χορεύτρια.
Κορυφαία ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου και του σμυρναίικου τραγουδιού. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των ετών 1883 - 1890 από γονείς Εβραίους, σεφαρδίτικης καταγωγής (Ισπανοεβραία). Το πραγματικό όνομά της ήταν Σάρα Σκενάζι.
Γύρω στο 1900 η οικογένειά της εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Δέκα χρόνια αργότερα και παρά τις αντιρρήσεις των γονιών της, η Ρόζα ξεκίνησε την καλλιτεχνική της πορεία ως χορεύτρια σε θέατρα και κέντρα διασκέδασης, ενώ σύντομα άρχισε και να τραγουδά, ελληνικά, τούρκικα και αρμένικα τραγούδια.
Στα μέσα της δεκαετίας του '20 κατέβηκε στην Αθήνα κι έπιασε δουλειά ως τραγουδίστρια στα στέκια των μουσικών της προσφυγιάς. Ο Παναγιώτης Τούντας δεν άργησε να την ανακαλύψει κι έτσι το 1928-29 έκανε τις πρώτες της ηχογραφήσεις. Γρήγορα έγινε αρκετά γνωστή και κατά τη δεκαετία του 1930 ηχογράφησε πάνω από 500 ρεμπέτικα, σμυρναίικα και δημοτικά τραγούδια, ενώ συνεργάστηκε με μεγάλους συνθέτες της Σμύρνης και της Πόλης,
Η Ρόζα Εσκενάζυ υπήρξε η πρώτη γυναίκα στην Ελλάδα που τραγούδησε σε πάλκο. Άψογη ερμηνεύτρια, με ύφος, τεχνική και πάθος, αποτέλεσε σημείο αναφοράς και πρότυπο όλων των μετέπειτα τραγουδιστριών. Τραγική σύμπτωση, το ρεμπέτικο του τεκέ, που τόσο ιδανικά υπηρέτησε, έμελλε να σβήσει με αφορμή ένα δικό της τραγούδι: Το «Πρέζα όταν Πιεις» στάθηκε η αφορμή για την επιβολή της Μεταξικής λογοκρισίας, που άνοιξε το δρόμο στη σχολή Τσιτσάνη, θέτοντας στο περιθώριο τους ρεμπέτες του μεσοπολέμου.
Τη δεκαετία του 1940 και πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ταξίδεψε ως τραγουδίστρια στα Βαλκάνια, την Τουρκία και τη Μέση Ανατολή. Μετά τον πόλεμο, έκανε περιοδείες στις Η.Π.Α. και την Τουρκία. Παρέμεινε «μάχιμη» ως τα γεράματά της, διατηρώντας τις ωραίες ανατολίτικες φορεσιές της (σαλβάρια) που είχε από τα νεανικά της χρόνια. Μετά το 1977 έπασχε από άνοια και παρουσίαζε κρίσεις αμνησίας. Η Εσκενάζυ διατήρησε ως το τέλος της ζωής της τα φυσικά χαρίσματά της και είχε την τύχη να μη φύγει λησμονημένη, διότι οι νεότεροι μουσικολόγοι και φίλοι ερευνητές του ρεμπέτικου την τίμησαν εν ζωή με ειδικές εκδηλώσεις-αφιερώματα. Πέθανε στο σπίτι της, στην Κηπούπολη (2 Δεκεμβρίου 1980)

video

Η Αυθεντική


ΜΠΕΛΟΥ ΣΩΤΗΡΙΑ


Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε στη Δροσιά στις 22 Αυγούστου 1921. Η Σωτηρία (μεγαλύτερη από το άλλα τέσσερα αδέλφια της) πήρε το όνομα του αγαπημένου της παππού, Σωτήρη Παπασωτηρίου, που ήταν παπάς στο Σχηματάρι και της είχε πολύ μεγάλη αδυναμία...
Από μικρό κοριτσάκι την έπαιρνε κοντά του στην εκκλησία. Εκείνη άρχισε να επηρεάζεται από τα τροπάρια και έψελνε μόλις «κατάλαβε» τον εαυτό της. Έτσι άρχισε να «ζυμώνεται» με τους εκκλησιαστικούς ήχους και τη βυζαντινή μουσική. Με τα εκκλησιαστικά η μικρή Σωτηρία είχε αποκτήσει ένα μεγάλο πάθος πριν ακόμη τελειώσει το δημοτικό σχολείο. Όταν έγινε δέκα χρόνων, έφυγε από τον παππού της και πήγε μέσα στη Χαλκίδα όπου έμεναν οι γονείς της και τα μικρότερα αδέλφια της.
Ο πατέρας της ήταν από τους πλέον εύπορους κατοίκους της πόλης γιατί διατηρούσε το μεγαλύτερο και το καλύτερο κατάστημα τροφίμων στην πολυσύχναστη οδό Αβάντων.
Μια μέρα είπε στον πατέρα της: «Μπαμπά, θέλω να με πας στον κινηματογράφο να δω την "Προσφυγοπούλα" γιατί πρωταγωνιστεί η Βέμπο που μου αρέσει πολύ». Έγινε το χατίρι της, είδε τη Βέμπο στο σινεμά και ύστερα άρχισε να τη μιμείται. Πήγαινε κάθε μέρα μπροστά στον καθρέφτη του σπιτιού της κι έκανε σκέρτσα και κινήσεις όπως η Βέμπο στην οθόνη. Παρά τις συστάσεις της μάνας της, η Σωτηρία συνέχιζε το βιολί της, ώσπου έφαγε το ξύλο της χρονιάς της. Η Ελένη Μπέλλου, γνήσια Αρβανίτισσα, δεν ήθελε ποτέ να δει τη μεγαλοκόρη της τραγουδίστρια. Η Σωτηρία (αρβανίτικο κεφάλι κι αυτή) εγκατέλειψε το σπίτι της.
Έφυγε από τη Χαλκίδα, για την Αθήνα, όπου αρχίζουν οι πρώτες μεγάλες δυσκολίες για ένα κορίτσι που ζει πλέον μόνο του στην πρωτεύουσα της χώρας.
Ήταν αρχές της ναζιστικής κατοχής. Το αρβανίτικο πείσμα να εγκαταλείψει το σπίτι της, τους γονείς στη Χαλκίδα, την οδήγησε σε μεγάλες περιπέτειες.
Στην απειρία της, γνωρίσθηκε στη Χαλκίδα, στα 17 της χρόνια, το 1938 με έναν άνδρα που την κορτάριζε συνεχώς όταν την έβλεπε στο μαγαζί του πατέρα της. Το επάγγελμά του ήταν ελεγκτής στα λεωφορεία. Ο Βαγγέλης Τριμούρας (πέθανε σε ηλικία 85 ετών στην Αθήνα κι άφησε έναν γιο από τη δεύτερη γυναίκα του). Οι γονείς της την είχαν προειδοποιήσει να προσέξει αυτή τη γνωριμία της. Εκείνη δεν τους άκουσε και παντρεύτηκε. Έζησε μαζί του έξι μήνες. Εκείνος, όμως, έκανε άστατη ζωή. Αρχισαν οι καβγάδες και η βία. Η Σωτηρία δεν σήκωνε από τότε φοβέρες και ζοριλίκια. Κάποια στιγμή πάνω σ' έναν από τους πολλούς καβγάδες τού 'ριξε βιτριόλι στο πρόσωπο. Συνελήφθη και καταδικάσθηκε σε φυλάκιση τριών χρόνων και έξι μηνών. Έμεινε υπόδικη 3 μήνες στη Χαλκίδα, ενώ ένα μήνα κάθησε στις φυλακές «Αβέρωφ» στην Αθήνα. Στο Εφετείο μειώθηκε η ποινή της στους έξι μήνες. Πλήρωσε και βγήκε από τη φυλακή.
Ξαναγύρισε στη Χαλκίδα και με το που έφτασε στο σπίτι της, άρχισε η γκρίνια και ο ξυλοδαρμός απ΄'ολους. Γονείς κι αδέρφια. Θεωρούσαν ότι τους ντρόπιασε όλους στην οικογένεια. Η ζωή της πραγματικό μαρτύριο. Δεν άντεχε άλλο. Ήταν πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν αποχαιρετούσε τη Χαλκίδα κι έμπαινε στην «πόστα», το τρένο που θα τη μετέφερε στην Αθήνα. Οι σειρήνες ηχούσαν. Ανατριχίλα, γενική αναστάτωση. Πόλεμος. Η Σωτηρία στα ίδια βαγόνια με τους φαντάρους. Όταν κατέβηκε στο σταθμό Λαρίσης, κάποιος της έδωσε μια κουραμάνα. Νέος Γολγοθάς, στην Αθήνα, αρχίζει μες στου πολέμου τη φωτιά για το πλουσιοκόριτσο του Μπέλλου από τη Χαλκίδα. Η οικογένεια της Σωτηρίας χάνει τα ίχνη της. Κανείς δεν ήξερε για την τύχη της.
Μετά επτά ολόκληρα χρόνια, την εντοπίζουν να τραγουδά πλάι στον Βασίλη Τσιτσάνη στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» στην Αχαρνών. Στην Κατοχή, όμως, η Μπέλλου δεν πάλεψε μονάχα για να ζήσει, να βρει το δρόμο της στην Αθήνα. Πάλεψε και κατά των Γερμανών κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους. Οργανώθηκε στις γραμμές του ΕΑΜ. Κινδύνευσε πολλές φορές. Οι Γερμανοί την έπιασαν, τη βασάνισαν, την έκλεισαν φυλακή. Στον εμφύλιο συνελήφθη και πάλι από τους «ισχυρούς» κρατούντες και ξανακλείσθηκε φυλακή. Κρατήθηκε μαζί με άλλους ομοϊδεάτες της σε ένα υπόγειο καμπαρέ της οδού Βουκουρεστίου, το «Κιτ-Κατ».
Όταν αφέθηκε ελεύθερη, πήγε κι έπιασε δουλειά στου «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη.
Ήταν Δεκέμβρης του 1948. Η τραγουδίστρια έφυγε από τον «Τζίμη τον Χοντρό» και πήγε σε ένα μαγαζί και εργάσθηκε μαζί με τον Μάρκο Βαμβακάρη. Ήταν το κέντρο «Παναγάκη» στην οδό Παρασίου.
Η ζωή της Μπέλλου από το 1940 έως το 1946, τότε δηλαδή που μπαίνει πλέον επίσημα στον χώρο και τον κόσμο του ρεμπέτικου, είναι μια περιπέτεια, ένα θρίλερ. Οι δραματικές στιγμές που πέρασε στην Αθήνα και έχει περιγράψει η ίδια, θυμίζουν κινηματογραφική ταινία.
Έκανε πολλές δουλειές για να επιβιώσει. Δούλεψε σε εστιατόριο λαντζέρα. Νύχτες ολόκληρες έπλενε πιάτα. Πουλούσε τσιγάρα με τον ταβλά και παστέλια. Έκανε τον αχθοφόρο σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων. Με ένα καρότσι έπαιρνε τα ταγάρια, τα καλάθια και τις βαλίτσες των επαρχιωτών και τα ξεφόρτωνε στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμόταν μέσα στα βαγόνια. Με τα χαρτζιλίκια που μάζευε από όλες αυτές τις δουλειές, αγόρασε παπούτσια και κουβέρτες, νοίκιασε μια κάμαρα - σπίτι στο Περιστέρι, κι αγόρασε μια κιθάρα, που ήταν το μεγάλο της όνειρο. Στερήθηκε πολλά αγαθά τόσα χρόνια, αλλά με το αρβανίτικο πείσμα που τη διέκρινε και τη σιδερένια θέληση που είχε πέτυχε τον στόχο της. Να γίνει τραγουδίστρια. Ένα βράδυ του Μάη του 1945 κατέβαινε την Ιπποκράτους. Είχε πάει να συναντήσει κάποιες κοπέλες, που ήταν συγγενείς της, στην οδό Διγενή Ακρίτα. Κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, είδε μια ταβέρνα και μπήκε μέσα. Κάθησε σ' ένα τραπέζι στην αυλή και παρήγγειλε κάτι να φάει. Ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού, Κρητικός την καταγωγή, και μερικοί θαμώνες κοίταζαν επίμονα τη Σωτηρία. Τόσο όμορφη κοπέλα, ίδια κούκλα, μόνη της τέτοια ώρα; Εκείνη απτόητη. Καθώς περίμενε την παραγγελία, το μάτι της έπεσε πάνω σε μια κιθάρα. Ρώτησε ευγενικά τον ταβερνιάρη αν μπορεί να παίξει, πήρε θετική απάντηση και άρχισε να παίζει και να τραγουδά ένα παλιό τραγούδι της Σοφίας Βέμπο . Δεν σταμάτησε όμως στο ένα τραγούδι. Είπε και δεύτερο.
Στην απέναντι γωνιά, άκουγε με πολλή προσοχή την κοπέλα με την κιθάρα, ένας 45άρης καλοντυμένος, με ψαρά μαλλιά, χωρίς να πει κουβέντα. Το επόμενο βράδυ η Μπέλλου ξαναπήγε στο μαγαζί, έπαιξε και τραγούδησε. Στην ταβέρνα, παρ' ότι ήταν λαϊκή, πήγαιναν πολλοί κοσμικοί. Ανάμεσά τους και ο θεατρικός συγγραφέας Κίμων Καπετανάκης, ο οποίος δύο βράδια αργότερα, πήγε με τον Βασίλη Τσισάνη εκεί. Στο φουλ της επιτυχίας του ο βάρδος του ρεμπέτικου, ο οποίος ενθουσιάστηκε από τη φωνή της Μπέλλου, αλλά και από τη δεξιοτεχνία της στην κιθάρα. Τα είπαν οι δυο τους και συμφώνησαν να μπουν στο στούντιο. Η Σωτηρία δεν μπορούσε να πιστέψει ότι της δινόταν μια τέτοια μεγάλη ευκαιρία. Η ευκαιρία της ζωής της που την οδήγησε στη μεγάλη λεωφόρο του ρεμπέτικου και στη συνέχειά του, που ήταν το αυθεντικό λαϊκό τραγούδι με κοινωνικό χαρακτήρα.
Στα χρόνια της πολυτάραχης ιστορίας στο ελληνικό τραγούδι, η Μπέλλου έκανε πολύ μεγάλες επιτυχίες σε τραγούδια των πιο γνωστών λαϊκών συνθετών.
Από το '41 ως το '76 τραγούδησε αδιάκοπα όλους σχεδόν τους λαϊκούς συνθέτες, ενώ τάραξε πάλι τα νερά, με πρωτοποριακές συνεργασίας που έκανε με έντεχνους και γενικά σύγχρονους συνθέτες: Μούτσης (Το φράγμα), Σαββόπουλος (Το βαρύ ζεϊμπέκικο), Ανδριόπουλος (Λαϊκά προάστια), Κουνάδης (Δεν περισσεύει υπομονή), Ανδριόπουλος, Λάγιος (Λαός) κ.ά. Παράλληλα, προχώρησε και σε επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών και ρεμπέτικων τραγουδιών, από τα οποία την αγάπησε η νέα γενιά και τη στήριξε στις αδιάκοπες εμφανίσεις της στα λαϊκά κέντρα, στις μπουάτ της Πλάκας καθώς και σε μεγάλες συναυλιακές και άλλες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Στο λαϊκό πάλκο, σε όλη της την πορεία στο τραγούδι, είχε πολύ έντονη παρουσία στα πιο διάσημα μαγαζιά της περιοχής Αθηνών: «Νήσος Ύδρα» του Αλάογλου στο Περιστέρι, «Ροσινιόλ» στα Σεπόλια, «Τζίμης ο Χοντρός» (Αχαρνών), «Τριάνα» και «Λουζιτάνια» (λεωφόρος Συγγρού), «Φαληρικόν» (Τζιτζιφιές), «Καλαματιανός» (Τζιτζιφιές), «Μάριος» (Ίωνος). Ξεχωριστή ιστορία έγραψε μαζί με Τσιτσάνη - Παπαϊωάννου, στην Καισαριανή, στο «Σκοπευτήριο» και στο «Χάραμα», για 10 χρόνια, ενώ με τους δύο τελευταίους εμφανίστηκε για μεγάλα διαστήματα στο «Όνειρο» και στο «Πρόσωπο» της Εθνικής οδού. Σημαντική παρουσία είχε στη δεκαετία του 1980, στον «Δία» της πλατείας Αττικής. Έδωσε δεκάδες συναυλίες σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.
Η Μπέλλου υπήρξε ειλικρινής και γνήσια σαν καλλιτέχνις και σαν άνθρωπος. Βοήθησε όσο μπορούσε πολλούς νέους συναδέλφους της να σταθούν στο τραγούδι. Αγαπήθηκε από τον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού και όχι μόνο. Προσωπικότητες του διεθνούς τζετ σετ, αλλά και Έλληνες πνευματικοί άνθρωποι θαύμασαν, λάτρεψαν και αποθέωσαν την Μπέλλου στα λαϊκά κέντρα όπου εμφανίσθηκε τα τελευταία χρόνια κυρίως. Ο Γιάννης Τσαρούχης την αγαπούσε ιδιαίτερα κι όταν την άκουγε να τραγουδά, δάκρυζε από συγκίνηση. Μερικές αδυναμίες (και πάθη) που ποτέ της δεν έκρυψε, την έφεραν σε δύσκολη θέση. Δεν έκρυψε ποτέ της ότι πέθαινε για τον τζόγο. Είχε χάσει περιουσίες ολόκληρες, όπως ομολογούσε. Λίγοι άνθρωποι όμως στην τελευταία περιπέτεια της ζωής της ,της συμπαραστάθηκαν. Ο Θανάσης και η Αθηνά Σταυράκη, που είχαν συνεργασθεί μαζί της στο κέντρο «Δίας», ο Μάνος Τρανταλίδης, ο Δημήτρης Ζούμπος, από τα 9/8, κάποιοι δημοσιογράφοι (μετρημένοι στα δάχτυλα του ενός χεριού) και μερικοί ανώνυμοι θαυμαστές της. Όλοι πάντως αναγνώριζαν, πέρα από την αναμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, τον ντόμπρο χαρακτήρα της.

video

Η Μούσα


ΜΑΡΙΚΑ ΝΙΝΟΥ


Η ρεμπέτισσα Μαρίκα Νίνου γεννήθηκε το 1922 μέσα στο πλοίο << Ευαγγελία >>κατά την διάρκεια της καταστροφής της Σμύρνης απο το οποίο πήρε και το πραγματικό της όνομα,Ευαγγελία Αταμιάν αρμένικης καταγωγής. ( Ευχαριστώ τον Onik για την πληροφορία) .Σε ηλικία 10 ετών ήρθε στη Θεσσαλονίκη, και το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου εμφανίστηκε σε διάφορα νυχτερινά κέντρα, κάνοντας ακροβατικά νούμερα, μαζί με τον άντρα και το παιδί της.
Τον Οκτώβριο του 1948, ο Στελλάκης Περπινιάδης την πήρε κοντά του για τραγουδίστρια στο κέντρο «Φλόριντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, όπου και της έμαθε τα μυστικά του τραγουδιού. Η συνεργασία της με τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1949 στο κέντρο «Τζίμης ο Χοντρός» υπήρξε καθοριστική στη ζωή και των δύο. Τα επόμενα χρόνια συνεργάστηκε στο πάλκο και στη δισκογραφία με πλήθος σημαντικών λαϊκών συνθετών, όπως ο Μανώλης Χιώτης, ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Απόστολος Καλδάρας κ.α.
Η μακροβιότερη, όμως, και πιο παραγωγική συνεργασία της ήταν αυτή με τον Τσιτσάνη. Υπήρξε η μούσα, που τον ενέπνευσε όσο καμιά άλλη. Τον Οκτώβριο του 1951 πήγαν μαζί στην Κωνσταντινούπολη. Μετά το ταξίδι αυτό χώρισαν ξαφνικά και η Μαρίκα πήγε στην Αμερική, όπου τραγούδησε δίπλα στον Κώστα Καπλάνη επί δύο χρόνια.
Πριν πάει στην Αμερική είχε κάνει στην Αθήνα εγχείρηση καρκίνου, αλλά στην Αμερική παρουσίασε ραγδαία μετάσταση. Επέστρεψε αμέσως στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε για λίγο με φοβερούς πόνους. Πέθανε, σε ηλικία μόλις 39 ετών, στις 23 Φεβρουαρίου του 1957.

video

Η Αμαζόνα


ΣΕΒΑΣ ΧΑΝΟΥΜ Ο ΘΡΥΛΟΣ

Από όσα επίθετα της είχαν χαρίσει, αυτή διάλεγε μια λέξη -αμαζόνα, για να πει ποια είναι. Προφανώς δεν χόρταινε να είναι ελεύθερη και να ταξιδεύει πάνω σε άλογα πάθη. Ισως αυτή η λέξη που χρησιμοποιούσε για τον εαυτό της να ήταν η αιτία που δεν ηχογράφησε παρά μόνο ελάχιστα τραγούδια σε δίσκο.
Το 1983 διάβασα στην εφημερίδα πως η τραγουδίστρια Σεβάς Χανούμ είναι ανήμπορη και μένει στη Θεσσαλονίκη. Βρήκα από τον ΟΤΕ το τηλέφωνό της και πήγα το ίδιο απόγευμα που έφτανα στην πόλη. Εμενε στη Νεάπολη σε ένα δίπατο σπίτι - στον επάνω όροφο. Το σπίτι της ήταν το σπίτι που οι Ελληνες έκτιζαν για να κλείσουν τα όνειρά τους. Παρελθόν και μέλλον στο ίδιο κάδρο. Κορδέλες από μαθητικά μαλλιά και φωτογραφίες από το Αμέρικα -Εδώ η Σεβάς Χανούμ παρακολουθεί την λιτανεία του επιταφίου στη Νέα Υόρκη. Πίσω η Σεβάς με μαντίλι καλαματιανό.Αρχισε αργά, καθώς ο καφές άχνιζε. Γεννήθηκα από Πόντιους και ήρθαμε από την Σαμψούντα, το 1922, στη Δράμα. Βγήκαμε στον Πειραιά πρώτα, οι γονείς μου ήρθαν και έμειναν στη Δράμα. Εγώ γεννήθηκα το 1931. Είμαι από καλή γενιά. Σχολείο πήγα μέχρι την πρώτη δημοτικού. Ισα που έμαθα να γράφω το όνομά μου...Τι χρειαζόταν τα πτυχία και τα αγγλικά; Αυτή ήταν αλλού ταγμένη. Γυναίκα και τραγουδίστρια τα χρόνια εκείνα ήταν επικίνδυνο πράγμα. Προχωρημένο. Ερχονται στη Θεσσαλονίκη, στη γειτονιά αυτή που μιλάμε. Τότε αλλιώς. Κι αρχίζει να ακούει τα λόγια των τραγουδιών από τα λόγια των ανθρώπων. Θέλει να είναι δίπλα στο μικρόφωνο και ξεκινάει -όπως όλες- από το «ελαφρύ» τραγούδι -η μίμηση της Δύσης.Κάποια στιγμή φτάνει στα θηρία της πλατείας Βάθη, στο καφενείο του Μάριου, μπορεί εύκολα να κυλήσει στο θέμα των τραγουδιών -περιγράφουν μια τέτοια ζωή- αλλά αυτή δεν είναι για τα εύκολα. Είναι για τα δύσκολα. Στου Τζίμη του Χοντρού η Νίνου δεν την θέλει δίπλα της.Λένε πως κάπνιζε μακριά, χοντρά τσιγάρα με άνθη του Κακού, ήταν ευέξαπτη και αγαπούσε τα μαύρα. Μοιραία θα γνωρίσει τον Καζαντζίδη. Παραλίγο να τον παντρευτεί. Και κει τον βρήκε. Πρόσωπο που μόλις έχει ξυριστεί και φτιάχνει στον καθρέφτη το μουστάκι και το στόμα μυρίζει κρασί και άνηθο.Γνωρίζει τον Χιώτη και τραγουδά το «Φτωχοκάλυβο» -προτού δοθεί αντιπαροχή. Από όλα τα χρόνια αυτά κρατά κάτι ταφτάδες και ένα ζευγάρι μαύρα τακούνια και γυρίζει στην κάμαρή της, καθώς νέες φωνές, νέα συμβόλαια καίνε τα παλιά, δικά της. Ανασαίνει βαριά, κλαίει εύκολα. Ακόμα μια νύχτα την άκουσα να μου μιλάει από το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στον Πειραιά, όπου είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη, για τα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ για το ρεμπέτικο. Η φωνή της γλυκιά, χαμένη μέσα σε μια παραζάλη, με το τηλέφωνο στο χέρι, με πήγε ένα ταξίδι αργά τη νύχτα. Ζει άλλα επτά χρόνια και το Μάιο του 1990 από πτώση στην άσφαλτο -είχε βγει από του Παπανικολάου, άρρωστη ένα χρόνο εκεί - πήγαινε να φτιάχνει τα δόντια της, για να ξανατραγουδήσει, δεν άντεξε στη σκηνή, πεθαίνει. Εγινεν η κηδεία της. Πτωχοτάτη. 30 άτομα. Η γειτονιά. Τρία στεφάνια. Το ένα του Δήμου Νεάπολης. Του Δήμου όπου ετελεύτησεν το βίο της αυτή η νυχτερινή αμαζόνα, Σεβάς Χανούμ, της οδού των αργών τραγουδιών που σβήνουν στο βάθος του δρόμου.

Η Μελαγχολική


ΣΤΕΛΛΑ ΧΑΣΚΙΛ


Η σεμνή, "υγρή" και απέραντα μελαγχολική Στέλλα Χασκίλ ήταν μιά γυναίκα χαμηλών τόνων. Πέρασε μέσα απ' τον κόσμο του "ρεμπέτικου" σιωπηλά, δίνοντας μιά φωνή που άγγιξε πολύ ιδιαίτερες πλευρές σ΄όσους/ες την αγάπησαν. Ήταν κάπου αλλού, κάπου ξεχωριστά. Δε τις ζήτησαν (δεν ήταν η εποχή τέτοια) χαιρετισμούς, μαγκιές, τσαλίμια. Σε κανένα από τα τραγούδια της δεν ακούγεται ένας άντρας να τη χαιρετάει. Ήρθε σοβαρή, συγκρατημένη, από άλλη παράδοση (εβραϊκή), κέντησε με τη μελαγχολική φωνή της και άφησε αυτό τον κόσμο νωρίς, πολύ νωρίς. Είναι σαφές πως όλοι την εκτίμησαν. Οι άντρες, όσο μπερδεμένοι και νά'ναι, εισπράττουν τα διαφορετικά σήματα που εκπέμπονται από κάποιες γυναίκες και συμμορφώνονται σ' αυτά. Η Χασκίλ δεν ήταν από τις γυναίκες που ανάβουν τα φώτα των πόθων στα αντρικά μυαλά. Δεν είχε αυτές τις "προδιαγραφές", δεν άναβε επιφανειακά μεράκια. Το πρόσωπό της δίνει σαφή σήματα πως ήταν ένα πλάσμα που ήθελε ν' αγαπηθεί, όχι να παίξει. Έμοιαζε να κουβαλάει έναν αντίστοιχο πόνο μ' αυτόν που φαίνεται στα μάτια της Billie Holiday μόνο που της Χασκίλ τα μάτια λάμπουν μ' ένα άλλο φως, αυτό των μεσογειακών γυναικείων λουλουδιών.Δεν είπε τίποτα, απ' ότι ξέρουμε. Δε φαίνεται να την πλησίασε κανείς, όσο ζούσε, ούτε κι η ίδια φαίνεται να το επιδίωξε. Μιά σιωπή, ανάλογη μ΄αυτή της Ρίτας Αμπατζή .Δε μ' αρέσει η προσήλωση στα τραγούδια που τα στίβουμε γιά να τονιστεί το πολιτικό τους περιεχόμενο. Η Χασκίλ ήταν μιά ερωτική, ρομαντική τραγουδίστρια. Το καταστάλαγμα από τα τραγούδια της είναι έρωτας, πόνος, εγκατάλειψη. Δεν είναι φυλακές και εξορίες. Απλά, είπε και μερικά τέτοια.


video

Γειάααα σου Τασία μου!

ΤΑΣΙΑ ΒΡΥΩΝΗ
Περασμένη και η Τασία στα αζήτητα... Ξέρω ανθρώπους που είχαν συναντήσει τον Κερομύτη . Κανείς δε τον ρώτησε γι αυτή, ούτε κι εγώ που δε σκεφτόμουνα τέτοια, όταν ψιλομίλησα μαζί του. Η συνηθισμένη πληροφορία είναι, "έκανε σιγόντο στον Κερομύτη".Την Τασία την έβαλε στη δισκογραφία ο Στέλιος Χρυσίνης ("Τον Χρυσίνη τον πρωτάκουσα στο μπαράκι του Βρυώνη στον Πειραιά το 1932 ή 33. Ήμουν παιδί. Μέσα, πίσω από ένα σιδερένιο στρογγυλό τραπεζάκι, αυτός έπαιζε μπουζούκι και ο Παναγιώτης, ο αδελφός του κιθάρα, κι απ έξω ουρά για να τον ακούσουν...")
Πού ήταν το μπαράκι του Βρυώνη, δε κατάφερα να μάθω. Υπήρχε μιά γειτονιά στον Πειραιά που λεγόταν Βρυώνη, εξαιτίας ενός νεοκλασσικού σπιτιού που είχε ένα εντοιχισμένο ρολόι στην πρόσοψή του. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν γιατρός. Έχουν όλ΄αυτά κάτι να κάνουν μ΄αυτό το κορίτσι; Άγνωστο. Επίσης, κάποια Φωφ. Βρυώνη έχει τραγουδήσει 10 παραδοσιακά και ελαφρά τραγούδια στην εταιρία Acropolis Αμερικής - βλ. Μανιάτη, σελ. 9. Απλή συνωνυμία; Αν κάποιος/α ξέρει κάτι γιά την Τασία Βρυώνη θα ήταν ευπρόσδεκτο.
Ακούστε τη λοιπόν την Τασία να τραγουδάει μαζί με το Στέλιο Κερομύτη στο τραγούδι, "ΕΑΝ ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΦΘΙΣΙΚΙΑ". Προσέξτε στους στίχους ότι αυτή είναι φθισικιά κι ο αρσενικός της λέει "κοίτα με πως κατάντησα"... Προσέξτε ακόμα πόσο όμορφα τραβάει το "γειάααασου, Τασία μου", όταν χαιρετάει τον εαυτό της στο τέλος του τραγουδιού.

Η Τουρκαλίτσα




ΜΑΡΙΚΑ ΚΑΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ



ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ (ΤΟΥΡΚΑΛΙΤΣΑ)


Καθώς τουμπάρει ανάποδα η νύχτα σου Μαρίκα,

φωσφορικά χταπόδια απλώνοντας στον ουρανό,


υψώνεται η πάλλουσα φωνή σου


κι οριστικά διαιρεί το υπόλοιπο στα δυό.


Ένα η άδεια παρουσία σου


κι ένα γιά τα δυό σου κεντημένα πασουμάκια.


Τότε, παύει να ξεχωρίζει το άσπρο φως από το μαύρο,


το 1914 από το 1990.


Γέρνουν τα μαύρα μάτια σου και η ψυχή σηκώνεται ανάλαφρη,


γυρίζοντας εκεί που ανήκει.


http://elkibra-rebetiko.blogspot.com/2009/01/blog-post_03.html






video

Η 'Αξια...


ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΡΩΝΙΤΗ-ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ


Η άξια τραγουδίστρια που άφησε τις περισσότερες πληροφορίες, που είχε τη μικρότερη, ίσως, παρουσία στη δισκογραφία και περιμένει μιά φωτογραφία της στο Google...
Βιογραφικό
Αγγέλα Παπάζογλου Σμύρνη 1899- Κοκκινιά 17-8-1983.Η Α.Π. το γένος Μαρωνίτη γεννήθηκε το 1899 στη Σμύρνη, πατέρας της ο διάσημος μουσικός Δημήτρης Μαρωνίτης ή Χιωτάκη, λόγω καταγωγής, έπαιζε σαντούρι και βιολί. Ανέβηκε στο πάλκο το 1910 σε ηλικία 11 χρόνων πλάι στον πατέρα της, μέχρι και το 1922. Το 1924 γνωρίζει τον Β.Π στα μουσικά στέκια της Αθήνας. Παντρεύονται το 1927 και το 1929 τυφλώνεται. Τραγούδησε σε 4 δίσκους 2 τραγούδια του άντρα της και 3 αμανέδες. Η κυρά Αγγέλα πέθανε τραγουδώντας 84 χρονών στο σπίτι της στην Κοκκινιά.Περισσότερα για τη ζωή της Α.Π. στο θαυμάσιο βιβλίο του γιου της Γιώργη «ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης» που το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Αξίζει να υπάρχει σε κάθε βιβλιοθήκη (εκδόσεις Ταμείου Θράκης)
1934


Το Βαρύ κανόνι...


ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΑ


Γεννήθηκε στα 1920 στον Πύργο της Ηλείας. Μόλις δύο χρονών χάνει τον πατέρα της. Στη συνέχεια η οικογένειά της μετακομίζει στην Αθήνα (στα Θυμαράκια επί της Λιοσίων ήταν το σπίτι τους), όπου η μητέρα της Ελευθερία, δουλεύοντας ως παραδουλεύτρα, τους εξασφαλίσει το καθημερινό φαγητό.«Η ηλικία σου είναι μικρή, αλλά η φωνή σου μεγάλη! Στο τραγούδι μπήκε με τη βοήθεια του συνθέτη και μαέστρου Γιάννη Βέλλα. Με τον Βέλλα –ανήλικη ακόμα και γι’ αυτό συνοδευόμενη από τη μητέρα της- ηχογράφησε το 1938 σε τα δύο πρώτα της χασάπικα: «Σμυρνιά» και «Χριστίνα».Την εξαιρετική ποιότητα της φωνής της διέκρινε και ο Βασίλης Τσιτσάνης και της εμπιστεύτηκε πολλά τραγούδια του. Αρκετά από τα τραγούδια που ερμήνευσε φέρονται ως δικές της συνθέσεις, αν και οι περισσότεροι ερευνητές του ρεμπέτικου συμφωνούν πως πρόκειται για τραγούδια άλλων συνθετών (του Τσιτσάνη κυρίως), χαρισμένα στην Γεωργακοπούλου. Ειδικότερα από το 1946 μέχρι και το 1950, 44 τραγούδια είναι περασμένα στη δισκογραφία στο όνομά της. Για την Ιωάννα Γεωργακοπούλου ο Τσιτσάνης έγραψε μερικά από τα ωραιότερά του τραγούδια. Η συνεργασία τους όμως, διακόπηκε απότομα το χειμώνα του 1949, όταν τη θέση της στο πάλκο του «Τζίμη του Χοντρού» δίπλα στον Τσιτσάνη, παίρνει η Μαρίκα Νίνου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την έντονη πικρία της Γεωργακοπούλου. Οι σχέσεις της με τον Τσιτσάνη οδηγήθηκαν σε έντονη κόντρα όταν ο Τσιτσάνης δίνει στο Χατζηδάκι το τραγούδι «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» η μουσική του οποίου έμοιαζε σε πολλά σημεία με τη μελωδία του Τσιγγάνου. «Τι δουλειά έχει ο Τσιτσάνης και χαρίζει δικό μου τραγούδι στο Χατζηδάκι;» δήλωσε τότε η Γεωργακοπούλου, η οποία μέχρι τέλους επέμενε ότι ο «Τρελλός τσιγγάνος» είναι δικό της τραγούδι γραμμένο κατά την κατοχή και αναφερόμενο σε υπαρκτό πρόσωπο. Η καριέρα της Γεωργακοπούλου ακολουθεί φθίνουσα πορεία μετά το 1950, ενώ τα τελευταία χρόνια εμφανιζόταν σε μικρές μουσικές σκηνές.
Η Ιωάννα Γεωργακοπούλου έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών την Τρίτη 7 Αυγούστου 2007.

ΜΑΡΙΚΑ ΠΑΠΑΓΚΙΚΑ


Η Μαρίκα Παπαγκίκα γεννήθηκε στην Κω την πρώτη μέρα του Σεπτέμβρη του 1890. Θεωρείται ανάμεσα στις πρώτες ελληνίδες τραγουδίστριες που πρωταγωνίστησαν κατά εξέλιξη των πρώτων ηχογραφήσεων και της δισκογραφίας.
Σε πολύ μικρή ηλικία, η οικογένεια της μετανάστευσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Ξεκίνησε την καριέρα της εκεί, στα νυκτερινά στέκια που σύχναζε ο κόσμος της μεγάλης τότε ελληνικής παροικίας. Εκείνη την εποχή έκανε και τις πρώτες ηχογραφήσεις τις.
Το 1915 μετάναστευσε και πάλι, αυτήν τη φορά στην Αμερική όπου συνέχισε τις ζωντανές εμφανίσεις τις αλλά και τις ηχογραφήσεις. Παντρεύτηκε τον Κώστα (Gus) Παπαγκίκα που ήταν επαγγελματίας οργανοπαίκτης (τσέμπαλο) και μαζί ανοίξανε το δικό τους νυκτερικό κέντρο στης Νέα Υόρκη κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1920. Εκείνη την περίοδο συνεργάστηκε πολλές φορές με τον γνωστό βιολιστή Αθανάσιο Μακεδόνα. Το ρεπερτόριο της ήταν πλούσιο και περιελάμβανε δημοτικά, ελαφρά λαϊκά και ευρωπαϊκά τραγούδια. Παρόλα αυτά έμεινε περισσότερο γνωστή ως αντιπρόσωπος του ρεμπέτικου τραγουδιού και ειδικότερα για το Σμυρναίικο ύφος με το οποίο ερμήνευε τα ρεμπέτικα.
Η Μαρίκα και ο Κώστας έχασαν το κέντρο τους κατά την σφοδρή οικονομική κρίση του 1929 όταν περίπου τελείωσε και η δισκογραφική καριέρα της. Η σπουδαία αυτή ρεμπέτισσα έφυγε από τη ζωή το 1943 στην Νέα Υόρκη αφού, όπως λέγεται, δεν άντεξε την δυστυχία των τελευταίων τις χρόνων.




video

Η Ρίτα το Φαινόμενο...


ΡΙΤΑ ΑΜΠΑΤΖΗ


Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1903. Αυτή και η αδελφή της Σοφία Καρύβαλη, δεύτερη τραγουδίστρια της οικογένειας, ήρθαν χωρίς τον πατέρα τους, που χάθηκε στην μεγάλη Μικρασιατική καταστροφή, και εγκαταστάθηκαν στην Κοκκινιά το 1922.

Από μικρή που ήταν, όλοι είχαν αντιληφθεί τις τεράστιες φωνητικές τις δυνατότητες.

Η Ρίτα, τραγουδίστρια και με ρεμπέτικη φωνή, γρήγορα έγινε μούσα όλων των μεγάλων συνθετών του ρεμπέτικου τραγουδιού.Δε, εκπλήσσει το γεγονός, πως μια νέα κοπέλα, μόλις 20 ετών τότε, μπορούσε να αποδίδει φωνητικά τόσο τέλεια όχι μόνο βαριά ρεμπέτικα μεγάλων αξιώσεων αλλά ακόμη και τραγούδια του περιθωρίου. Μέχρι τώρα έχουν εντοπιστεί 220 ρεμπέτικα και αμανέδες με τη Ρίτα. Όλες δε οι ηχογραφήσεις είναι στην δεκαετία του 30 και άλλα τόσα περίπου δημοτικά τραγούδια. Είναι πραγματικά ένας τεράστιος αριθμός ηχογραφήσεων για την εποχή εκείνη, αριθμός μάλιστα που συναγωνίζεται ακόμα και την Ρόζα Εσκενάζυ. Είναι ενδιαφέρον να αναφέρουμε ότι για να κάνουν τους δίσκους πιο εμπορεύσιμους, έβαζαν από την μία πλευρά ένα τραγούδι της Ρίτας και από την άλλη ένα τραγούδι της Ρόζας. Η Ρίτα Αμπατζή ανήκε στην κατηγορία των σοβαρών τραγουδιστριών της εποχής εκείνης και πάντα τραγουδούσε καθιστή στο πάλκο. Παρόλα αυτά σκόρπιζε με το δικό της τρόπο το κέφι και την ζωντάνια στις παρέες και συχνά κατέβαινε στην πίστα για να χορέψει με τους καλούς χορευτές που συμμετείχαν στο γλέντι.




video

Η Ρεμπέτισσα με το Ακκορντεόν


ΛΕΛΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Η Λέλα Παπαδοπούλου χειροκροτείται τα μεσημέρια στη «Στοά των Αθανάτων» και τα βράδια στον «Νόστο», ένα δικό της συμπαθητικό στέκι στην Πλατεία Αμερικής.Ακούραστη, έξυπνη, δημιουργική, αλλά και πολύ σεμνή, μακριά από τη δημοσιότητα, στα 65 της χρόνια ξετυλίγει το κουβάρι με τις αναμνήσεις της, μέσα από εκατοντάδες χαρτάκια της με κείμενα και σημειώσεις της. «Δεν με κούρασε ποτέ αυτή η δουλειά, όσο σκληρή και άχαρη κι αν είναι. Όσο βαρύ είναι το ακορντεόν, όταν το ανοίγω και πατώ τα πλήκτρα βγαίνει αυτός ο υπέροχος ήχος και με... μεθάει. Έτσι αρχίζω και το τραγούδι. Για το ακορντεόν, το τραγούδι, την καλή λαϊκή μουσική αναπνέω και ζω».
Πάνε πια τα σύρε κι 'ελα σταματήσανε βρε Λέλα
κι όλοι λέμε , το λοιπόν σώπασε τ` ακορντεόν ...
που πηγαίνεις κυρα Λέλα το στοχάστηκες καθόλου ?
που αφήνεις τόσους μάγκες δε το σκέφτηκες διόλου ?
είναι δίκαιο Λελάκι και σ` ορκίζομαι στα Θεία
'ολοι πια να σε θυμούνται απο μια φωτογραφία ?
γιατί τίποτα δε μένει όταν φύγουν οι ανθρώποι
μόνο μια υστεροφημία που ξεχνιέται στο κατόπι ?
ΟΧΙ , δε ξεχνιούνται Λέλα άνθρωποι με ιστορία
"πρόσφερες" απ` την καρδιά σουκι έφυγες σαν μια "κυρία" ...
πολλές γυναίκες γνώρισα ...εσένα σε φοβάμαι ...
'Εφυγε απο την ζωή πρίν λίγες μέρες...




video